Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

ΣΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ

Δεν αντιλήφθηκε κανείς
το ατύχημα του δαγκανιόρου*
στη τζαμαρία, καθώς άλλοι
τσούγκριζαν υγεία
άλλοι έτρωγαν, κι άλλοι
λογαριασμό περίμεναν να φύγουν.

Θύμα της αντανάκλασης;
Της Άνοιξης των αρωμάτων
μέθυσος κι εραστής;
Κανείς δεν έμαθε ποτέ.

Κανείς, δεν αντιλήφθηκε το ατύχημα·
μόνο η κεραμιδόγατα η κανελιά...

Η μοίρα θέλησε, τα πεινασμένα μάτια της
να με μισούν ακόμη.

*είδος πουλιού (επιστημονικά: ο κριθολόγος)

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

ΔΥΟ ΑΡΙΘΜΟΙ

Ένα φιλί εσύ;
Τρία εγώ!
Τρία φιλιά δικά σου;
Ένας εγώ!

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005
ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ

Κάποιος σε στόλισε μ’ εκείνο το
«ακριβοδώρητη».
Είσαι απόξενη
κι απόκοσμη,
νιώθω
διάτρητο πλατανόφυλλο
στην παλάμη σου.
Σκέφτομαι να γίνω
«ακριβοθώρητος».

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΕΥΜΑ

Μεσημέρι,
πιάτα με παραμελημένες γεύσεις
ποτήρια μισογεμάτα απ’ τις κουβέντες
τις παρέας.
Κάποιες τις ήπιαμε
έπιασε τόπο η δροσιά, την κάναμε
χαμόγελο.

Το τελευταίο γεύμα.

Στης απουσίας τις καρέκλες
κάθεται τώρα ο ήλιος.
Στο τραπεζομάντιλο
σταγόνες μεθυσμένες κρασί.

Πάνω απ’ το τραπέζι, το μεσημέρι.
Κάτω απ’ το τραπέζι, τα χάδια σου.

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Δεν θ’ αρνηθώ τη χαρά.
Θα διώξω τον ύπνο απ’ τα μάτια μου
να βάλω εκεί μέσα κι άλλες πινελιές.
Ακριβό πορτραίτο που θα το παίρνω αγκαλιά
χορεύοντας.
Κι όταν με δεις, άπλωσε τα χέρια και με
ορθάνοιχτες τις κόρες κοίταξέ το.
Αυτό που βλέπεις τώρα είναι η χαρά μου.

Στα χέρια σου κρατάς έναν καθρέφτη.

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008



ΑΡΚΕΣΤΗΚΕ

Αρκέστηκε
σε μια φουρκέτα απ’ τα μαλλιά της
σ’ ένα αποτύπωμα της στη λάσπη
στη βροχή που – όσο δυνάμωνε –
αναπλήρωνε το κενό
κι έπαιρνε το σχήμα του ποδιού της.

Δεν πήρε ουτ’ ένα της φιλί, μια ανάσα.

Δεν έμαθε ποτέ πως αγγίζουν τα δάχτυλά της,
πως η γλώσσα της μιλά.

Αρκέστηκε σ’ αυτά -
στη λάσπη
στη φουρκέτα
στη βροχή -
κι ας έφυγ’ αυτή παντοτινά.
Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005
ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ

Στα μάτια της η νύχτα
κι όλα τ’ άλλα,
φόρεμα
γόνατα
αγκώνες,
φως κι αγιόκλημα

στα μάτια του τα μάτια της
ποιος νοιάζονταν για τα φτερά – ένα ζευγάρι δυνατά φτερά στην πλάτη της –
στο στόμα της τριαντάφυλλα
αίμα στα χείλη του η ευωδιά.

Πάνω τους, στο πρόστεγο ασπρόμαυρες ψυχούλες
μοιρολογούσαν.

«Χελιδόνια είναι, τη νύχτα εμαλώνουν», πετάχτηκε μια κερκυραϊκή φωνή,
«τη νύχτα! Την εφοβούνται. Δε μοιάζει μοιρολόι να ‘ναι».

Κι όμως νύχτες τ’ Αυγούστου σαν αυτή,
τα τρυγόνια αποδημάνε.

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005
ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Κάστανα τα μάτια σου
στο τζάκι
του χειμώνα τα κάρβουνα
χαζεύουν

και με παιδεύουν.

Σε λίγες ώρες ξημερώνει καλοκαίρι
κι εσύ, με νυχτικό κόντρα στον άνεμο,
τρέχεις για το καλωσόρισες.

Τις νύχτες
έκοβα τη γλώσσα της καρδιάς μ’ ατσάλινο πριόνι,
τις μέρες
φύτεψα και πότιζα μια τούφα έρωτα απ’ τα εβένινα μαλλιά σου στο πιο ανήλιαγο χωράφι της ψυχής μου.

Δεν ήθελα να ξέρεις
δεν τολμούσα.
Πονούσα.
Όχι, όχι δεν ήταν το πριόνι ο πόνος.

Ήμουν και θα ‘μαι μόνος.

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005
ΚΑΝΤΗΛΙ

Το φως
που αφήνει το φιτίλι
στο σκοτάδι,
έχει την πίκρα του λαδιού
που το τρέφει·

κι η πίκρα των ματιών σου,
κάτι – έχει – απ’ το χρώμα του λαδιού.

Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΑ ΣΙΩΠΗ

Τον έκανε
ν’ ανοίγει τα βιβλία του
και με τις ώρες να διαβάζει·
την έλεγε επιμονή.

Τον έκανε
να ‘ναι αισιόδοξος
και εν γένει γελαστός·
την έλεγε υπομονή.

Τον βρήκαν κρεμασμένο, Τρίτη πρωί.

Ποιος τον σκότωσε;
Εχθρούς δεν είχε, κάποιες αντιπάθειες ίσως,
μα μέχρι εκεί.
Ποιος τον σκότωσε;
Ξέπνοα χείλη,
κόρες σταματημένες,
δυο λέξεις μόνο στο στήθος χαραγμένες

ΕΠΙΜΟΝΗ, ΥΠΟΜΟΝΗ.


Βασίλης Χ. Μπότσιος
"ο ίσκιος της μοναξιάς", 1999 - 2005