Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Όνειρο

Νύχτα ακόμη έξω κι ο Καλογιάννος τιτίβιζε ανυπόμονα την καλημέρα του. «Τελευταίος κοιμάται, πρώτος, απ’ όλα τα πουλιά ξυπνά», θυμάμαι τον πατέρα μου. Έμεινα ακόμη λίγο στο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά και το τραγούδι του να ξεχειλίζει απ’ τ’ αυτιά μου. Στο πρώτο φως της μέρας άνοιξα την μπαλκονόπορτα και φρρρρ….. τρύπωσε αναπάντεχα σαν αστραπή, έφερε το δωμάτιο δυο στροφές και κάθισε στο πάτωμα σε μια γωνιά, κάτω απ’ τον καλόγερο. Στο στήθος φορούσε τα πορτοκαλιά του – ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον λεν Κοκκινολαίμη – στη ράχη τα σταχτιά του. Σε μια στιγμή, με το στηθάκι του να πάλλεται γοργά, πήρε να μεγαλώνει, να φουντώνει, να ψηλώνει κι έγινε πρόσωπο, χέρια και κορμί γυναικείο, κορμί ανέγγιχτο και ποθητό, έγινε εσύ. Τραντάχτηκα, ξύπνησα· Η μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη, στον καλόγερο κρεμασμένα ένα πορτοκαλί κασκόλ κι ένα παλτό σταχτί. Δίπλα μου γυμνό το κορμί σου. Δίπλα μου εσύ.

Βασίλειος Χ. Μπότσιος

"14 κρίνα κι ένα πορτοκαλί όνειρο", 2006 - 2008