Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Γυμνή ακακία

Μέρες Γενάρη
στο πιο ψηλό κλαδί
ξημέρωνε η παγωνιά
κι απήγγειλε εν’ αηδόνι.

Κανείς δεν ενδιαφέρονταν
για του πουλιού το θάρρος.

Κανείς δεν κοιτούσε ψηλά.
Κεφάλια κατεβασμένα,
λέξεις μοναχικές
βάδισμα
άγχος
σπίτι
δουλειά.

Σ’ όσους προσπάθησε
να μεταφέρει την εικόνα
αλλάζαν κουβέντα διακριτικά.

Σαν την αντίκρισε πεσμένη,
σειρήνες τρυπούσαν τ’ αυτιά του
σεντόνι κόκκινο ο δρόμος
φωνές χορδές ξεκούρδιστες
μαστίγια υψώναν στον αέρα,
καμιά τους δεν ήξερε να πει
τα «πώς» και τα «γιατί».

Έσκυψε ανάμεσα κι είδε·
είδε στα πεθαμένα μάτια της τ’ αηδόνι
το παγωμένο πρωινό,
και το κλαδί.

Στα μάτια της η τελευταία εικόνα!
Μέσα του κάτι σαν ενοχή, το ρήμα
«άργησες», το επίρρημα «πολύ».


Βασίλειος Χ. Μπότσιος
"14 κρίνα κι ένα πορτοκαλί όνειρο", 2006 - 2008